Lingua   

Καντάτα για τη Μακρόνησο

Maria Dimitriadi / Μαρία Δημητριάδη



1) Ο Ντικ  
  
Η πέτρα σταυρωμένη από τον άνεμο
Ο άνεμος η σιγαλιά
Δεν ακούγεται τίποτα
Μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
Κι η πέτρα της καρδιάς μου δουλεύεται
Με τον θυμό και με τον πόνο
Βαριά, σιγά και σταθερά

Μπόλικη πέτρα
Μπόλικη καρδιά
Να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
Τα λαϊκά μέγαρα
Τα κόκκινα στάδια
Και το μεγάλο μνημείο των ηρώων της επανάστασης

Να μη ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ
Ναι, ναι του σκύλου μας του Ντικ
Που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
Γιατί αγάπαγε πολύ τους εξόριστους
Να μην ξεχάσουμε σύντροφοι τον Ντικ
Τον φίλο μας τον Ντικ
Που γάβγιζε τις νύχτες
Στην αυλόπορτα αντίκρυ στη θάλασσα
Κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
Στα γυμνά πόδια της λευτεριάς
Με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
Πά στο στυλωμένο αυτί του

Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
Δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι
Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
Να γαβγίζει χαρούμενός σε μια διαδήλωση
Περνοδιαβαίνοντας κάτου απ’ τις σημαίες μας
Έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
Μια μικρή πινακίδα «κάτω οι τύραννοι»
Ήταν καλός ο Ντικ

2) O Aλέξης

O Aλέξης ήταν ήσυχος
όπως εκείνος που 'χει κάνει το καθήκον του.
Όταν πλάγιαζε κοιμόταν αμέσως,
όπως εκείνος που 'χει κάνει πάντα το καθήκον του.
Δυό χονδρές χωματένιες πατούσες
έμεναν έξω απ'την κουβέρτα
και τότε τα πλατάνια μεγάλα της σιγουριάς
φυτρώναν μέσ'τη νύχτα.

Τί ήσυχος ήσουνα, Αλέξη -
νύχτα νύχτα σε ξύπνησαν, σύντροφε
δεν πρόφτασες καλά καλά να δέσεις τις αρβίλες σου
Προσέχαμε
σα δρασκελούσες την πόρτα του αντισκήνου
τόνα σου κορδόνι λυμένο σέρνοντας το χώμα.
Φοβηθήκαμε
μη και σκονδάψεις, σύντροφε. Κατάλαβες
και χαμογέλασες. Χαμογελάσαμε.

Σε πήρανε για το Στρατοδικείο
κι από 'κεί για το θάνατο, σύντροφε
κι από 'κεί για να γυρίσεις πίσω, σύντροφε, σ'όλες τις καρδιές
σ'όλη τη ζωή, σ'όλα τα μάτια, σ'όλα τα δέντρα
σύντροφε.
Γι'αυτό είσαι τόσο πικραμένος,
τόσο χαρουμένος,
τόσο σίγουρος.
Éνα άστρο ανάβωσβήνει μέσ'τα μάτια σου
αυτό το κόκκινο άστρο που ποτέ δε μας ξεχνάει.

Σήμερα γήνηκες πιο σύντροφος, σύντροφε.

3) Οι γερόντοι      

Κάθε τόσο Μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι
απ’ το Μοριά, απ’ τη Ρούμελη
Και πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ’άσπρα μουστάκια και φλοκάτες
Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι
Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου
Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλων

Μιλάνε λίγο δεν μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις
Πού’χουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια
Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα
Και τηράνε πίσω απ’ τους ώμους μας
Όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες
Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι
Όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια
Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων
κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα,
τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρείς-τρείς, πέντε-πέντε,
σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού

Και τότες πια δεν ξέρεις- έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς
αξούριστοι, άλαλοι,
δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους,
αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους
ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.

Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.


Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
που δε σηκώνει τ’ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.

Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας,
κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη,
σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους,
σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων,
σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή,
εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’ αστροπελέκι.

4) Φεγγάρι       

Δεν είναι τίποτα κοιμήσου
Μεθαύριο θα σου φέρω μια βρύση στα χέρια μου
Θα σου φέρω ένα ποτάμι μεθαύριο
Κοιμήσου

Δεν είναι το καράβι
Είναι ο άνεμος
Ο διάδρομος με τα πλακάκια

Μισά μαύρα μισά κίτρινα
Κοιμήσου

Είναι μια φλέβα στον καρπό του χεριού
Παραμέσα είναι ο σφυγμός
Και το σχοινί που αντιστέκεται στον άνεμο
Δεν κόβονται ετούτα τα σχοινιά
Παράτα τον σουγιά σου
Πήγαινε στ’άρρωστα παιδιά
Να πουλήσεις ασημένια σταυρουλάκια
Μέσα σε τούτα τα χοντρά παπούτσια
Είναι πολύ λιγνά τα ποδάρια σου
Δεν μπορούνε να σύρουν τα ποδάρια σου
Ετούτα τα χοντρά παπούτσια των συντρόφων

Σκύψε και μέτρησέ τα
Να λογαριάσεις τον δρόμο που περπάτησαν
Το δρόμο που θα περπατήσουν
Το δρόμο που δεν έχει τέλος

Ετούτα τ’άρβυλα τα μπαλωμένα
Τα χοντροκαμωμένα
Δεν είναι για τα πόδια σου φεγγάρι
Ετούτα τ’άρβυλα περπάτησαν τον πόνο
Περπάτησαν το θάνατο
μπάρμπα φεγγάρι το θάνατο δίχως να σκοντάψουν

5) Χρέος      

Κι ύστερα πάλι ομοβροντία τα χαράματα
Διώχνοντας απ’ τα κυπαρίσσια τα σπουργίτια
Τα φορτηγά αυτοκίνητα γιομάτα αγωνιστές
Περνώντας για τον τόπο της εκτέλεσης
Κόβοντας με τις ρόδες στα δυο τον ήλιο
Περνώντας για τον τόπο της εκτέλεσης
Έμεινε πάλι πολύ σκόνη τ’απογεύματα
Η σκόνη που αφήνουν πίσω τους
Τα μαύρα φουστάνια των μανάδων
Καθώς γυρνάνε απ’ του Αβέρωφ ή απ’ του Χατζηκώνστα
Ή από τα τμήματα των μεταγωγών
Οι μαύρες μανάδες με τα μαύρα φουστάνια
Με την καρδιά τους τυλιγμένη στο μαντίλι τους
Σαν ένα ξεροκόμματο ψωμί
Που δεν μπορεί να το μασήσει
Που δεν μπορεί να το μασήσει μήτε ο θάνατος

6) Χρόνος      

Καθένας μας έχει στους ώμους του
Την κούραση δώδεκα ωρών από πέτρα
Την δίψα δώδεκα ωρών από ήλιο
Τον πόνο των χρόνων
Την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής

Είναι σκληρός ο αγώνας μητέρα
Μα είναι πολλά τα αδέρφια μας
Είναι πολλά τα παιδιά σου μητέρα
Μη πικραίνεσαι
Με τις μεγάλες πέτρες στον ώμο μητέρα
Ανηφορίζοντας τον θάνατο
Μεγάλες πολιτείες θα χτίσουμε μητέρα
Μην πικραίνεσαι

Ύστερα η μεγάλη πέτρα στον ώμο
Μεγάλος ανήφορος
Μεγάλη απόφαση στην καρδιά
Μεγάλες μέρες μας περιμένουν μητέρα
Μάνα.


Pagina principale CCG

Segnalate eventuali errori nei testi o nei commenti a antiwarsongs@gmail.com




hosted by inventati.org