Lingua   

Τὸ Ἄξιόν Ἐστι

Mikis Theodorakis / Mίκης Θεοδωράκης



1. Ἡ Γένεσις


Τότε εἶπε καὶ γεννήθηκεν ἡ θάλασσα
Καὶ εἶδα καὶ θαύμασα
Καὶ στὴ μέση τῆς ἔσπειρε κόσμους μικρούς κατ'εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή μου·
Ἵπποι  πέτρινοι μὲ τὴ χαίτη ὀρθὴ
 καὶ γαλήνιοι ἀμφορεῖς
 καὶ λοξὲς δελφινιῶν  ράχες
 ἡ Ἴος ἡ Σίκινος ἡ Σέριφος ἡ Μῆλος
"Κάθε λέξη κι ἀπό ᾽να χελιδόνι
γιά νὰ σοῦ φέρνει τὴν ἄνοιξη μέσα στὸ θέρος", εἶπε
Καὶ πολλὰ  τὰ λιόδεντρα
ποὺ νὰ κρησάρουν στὰ χέρια τοὺς τὸ φῶς
κι ἐλαφρὸ ν' ἁπλώνεται στὸν  ὕπνο σου
καὶ πολλὰ τὰ τζιτζίκια
ποὺ νὰ μὴν τὰ νιώθεις
ὅπως δὲ νιώθεις τὸ σφυγμὸ στὸ χέρι σου
ἀλλὰ λίγο τὸ νερό
γιὰ νὰ τὸ ᾽χεις Θεὸ καὶ νὰ κατέχεις τί σημαίνει ὁ λόγος του
καὶ τὸ δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
γιὰ τὸ κάνεις φίλο σου
καὶ νὰ γνωρίζεις τ' ἀκριβό τοῦ  τ'ὄνομα
φτενὸ στὰ πόδια σου τὸ χῶμα
γιὰ νὰ μὴν ἔχεις ποῦ ν' ἀπλώσεις ρίζα
καὶ νὰ τραβᾶς τοῦ βάθους ὁλοένα
καὶ πλατὺς ἐπάνου ὁ οὐρανός
γιὰ νὰ διαβάζεις μόνος σου τὴν ἀπεραντοσύνη
 
ΑΥΤΟΣ
ὁ κόσμος ὁ μικρός ὁ μέγας

2. Τὰ Πάθη


ΙΔΟΥ ἐγὼ λοιπόν,
ὁ πλασμένος γιὰ τὶς μικρὲς Κόρες καὶ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου·
ὁ ἐραστής τοῦ σκιρτήματος τῶν ζαρκαδιῶν
καὶ μύστης τῶν φύλλων τῆς ἐλιᾶς ·
ὁ ἡλιοπότης καὶ ἀκριδοκτόνος.
Ἰδοὺ ἐγὼ καταντικρύ
τοῦ μελανοῦ φορέματος τῶν ἀποφασισμένων
καὶ τῆς ἄδειας τῶν ἐτῶν, ποὺ τὰ τέκνα τῆς ἄμβλωσε,
γαστέρας, τὸ ἄγκρισμα !
Λύνει ἀέρας τὰ στοιχεία καὶ βροντὴ προσβάλλει τὰ βουνὰ.
Μοίρα τῶν ἀθώων, πάλι μόνη, νά σε, στὰ Στενά !
Στὰ Στενὰ τὰ χέρια μου ἄνοιξα
Στὰ Στενὰ τὰ χέρια μου ἂδειασα
κι ἂλλα πλούτη δὲν εἶδα, κι ἂλλα πλούτη δὲν ἄκουσα
παρὰ βρύσες κρύες νὰ τρέχουν
Ρόδια ἢ Ζέφυρο ἢ Φιλιά.
Ὁ καθεὶς καὶ τὰ ὅπλα του, εἶπα·
Στὰ Στενὰ τὰ ρόδια μου θ'ἀνοίξω
Στὰ Στενὰ φρουροὺς τοὺς ζέφυρους θὰ στήσω
τὰ φιλιὰ τὰ παλιὰ θ'ἀπολύσω ποὺ ἡ λαχτὰρα μου ἅγιασε !
Λύνει ἀέρας τὰ στοιχεία καὶ βροντὴ προσβάλλει τὰ βουνὰ.
Μοίρα τῶν ἀθώων, πάλι μόνη, νά σε, στὰ Στενά !

3. Ἡ πορεία πρὸς τὸ μέτωπο (Ἀνάγνωσμα Πρῶτο)

poriametopo


Ξημερώνοντας τ' Ἀγιαννιού, μὲ τὴν αὔριο τῶν Φώτων, λάβαμε τὴ διαταγὴ νὰ κινήσουμε πάλι μπροστά, γιὰ τὰ μέρη ὅπου δὲν ἔχει καθημερινὲς καὶ σκόλες. Ἔπρεπε, λέει, νὰ πιάσουμε τὶς γραμμὲς ποὺ κρατούσανε ὡς τότε οἱ Ἀρτινοί, ἀπὸ Χειμάρρα ὡς Τεπελένι. Λόγω ποὺ ἐκείνοι πολεμούσανε ἀπ' τὴν πρώτη μέρα, συνέχεια, κι εἶχαν μείνει σχεδόν οἱ μισοὶ καὶ δὲν ἀντέχανε ἄλλο.

Νύχτα πάνω στὴ νύχτα βαδίζαμε ἀσταμάτητα, ἕνας πίσω ἀπ' τὸν ἄλλο, ἴδια τυφλοί. Μὲ κόπο ξεκολλῶντας τὸ ποδάρι ἀπὸ τὴ λάσπη, ὅπου, φορές, ἐκαταβούλιαζε ἴσαμε τὸ γόνατο. Ἐπειδή τὸ πιὸ συχνὰ ψιχάλιζε στοὺς δρόμους ἔξω, καθῶς μὲς στὴν ψυχή μας. Καὶ τὶς λίγες φορὲς ὅπου κάναμε στάση νὰ ξεκουραστοῦμε, μήτε ποὺ ἀλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί κι ἀμίλητοι, φέγγοντας μ' ἕνα μικρὸ δαδί, μία-μία ἐμοιραζόμασταν τὴ σταφίδα. Ἢ φορὲς πάλι, ἂν ἦταν βολετό, λύναμε βιαστικὰ τὰ ροῦχα καὶ ξυνόμασταν μὲ λύσσα ὧρες πολλές, ὅσο νὰ τρέξουν τὰ αἵματα. Τί μας εἶχε ἀνέβει ἡ ψεῖρα ὡς τὸ λαιμό, κι ἦταν αὐτό πιό κι ἀπ' τὴν κούραση ἀνυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ἀκουγότανε στὰ σκοτεινά ἡ σφυρίχτρα, σημάδι ὄτι κινοῦσαμε, καὶ πάλι σὰν τὰ ζὰ τραβοῦσαμε μπροστὰ νὰ κερδίσουμε δρόμο, πριχοῦ ξημερώσει καί μας βάλουνε στόχο τ'ἀεροπλάνα. Ἐπειδή ὁ Θεὸς δὲν κάτεχε ἀπό στόχους ἢ τέτοια, κι ὅπως το 'χε συνήθειο του, στὴν ἴδια πάντοτε ὧρα ξημέρωνε τὸ φῶς.

Κι ὄτι ἤμασταν σιμὰ πολὺ στὰ μέρη ὅπου δὲν ἔχει καθημερινὲς καὶ σκόλες, μήτε ἀρρώστους καὰ γερούς, μήτε φτωχοὺς καὶ πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ὁ βρόντος πέρα, κάτι σὰν πίσω ἀπ' τὰ βουνά, δυνάμωνε ὁλοένα, τόσο ποὺ καθαρὰ στὸ τέλος νὰ διαβάζουμε τὰ ἀργό καὶ τὸ βαρὺ τῶν κανονιῶν, τὸ ξερὸ καὶ τὸ γρήγορο τῶν πολυβόλων. Ὕστερα καὶ γιατὶ ὁλοένα πιὸ συχνά, τύχαινε τώρα ν' ἀπαντοῦμε, ἀπ' τ' ἄλλο μέρος νά 'ρχονται, οἱ αργές οἱ συνοδείες μὲ τοὺς λαβωμένους. Ὅπου ἀπιθώνανε χάμου τὰ φορεία οἱ νοσοκόμοι, μὲ τὸν κόκκινο σταυρὸ στὸ περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στὶς παλάμες, καὶ τὸ μάτι τους ἄγριο γιὰ τσιγάρο.  Κι ὅπου σὰν ἀκούγανε γιὰ ποὺ τραβούσαμε, κουνοῦσαν τὸ κεφάλι, ἀρχινῶντας ἱστορίες γιὰ σημεία καὶ τέρατα. Ὅμως ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ προσέχαμε ἦταν ἐκείνες οἱ φωνὲς μέσα στὰ σκοτεινά, ποὺ ἀνέβαιναν, καυτὲς άκόμη ἀπὸ τὴν πίσσα τοῦ βυθοῦ ἢ τὸ θειάφι. "Ὄι, ὄι μάνα μου", "ὄι, ὄι μάνα μου", καὶ κάποτε, πιὸ σπάνια, ἕνα πνιχτὸ μουσούνισμα, ἴδιο ροχαλητό, πού 'λεγαν, ὅσοι ξέρανε, εἶναι αὐτός ὁ ρόγχος τοῦ θανάτου.

Ἦταν φορὲς ποὺ ἐσέρνανε μαζί τους κι αἰχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ὧρες πρίν, στὰ ξαφνικὰ γιουρούσια ποὺ κάναν τὰ περίπολα. Βρωμούσανε κρασὶ τὰ χνώτα τους, κι οἱ τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ἢ σοκολάτες. Ὅμως ἐμεῖς δὲν εἴχαμε, ὄτι κομμένα τὰ γιοφύρια πίσω μας, καὶ τὰ λίγα μουλάρια μας κι ἐκεῖνα ἀνήμπορα μέσα στὸ χιόνι καὶ στὴ γλιστράδα τῆς λασπουριᾶς.

Τέλος κάποια φορά, φανήκανε μακριά οἱ καπνοὶ ποὺ ἀνέβαιναν μεριὲς-μεριές, κι οἱ πρῶτες στὸν ὁρίζοντα κόκκινες, λαμπερὲς φωτοβολίδες.


4. Ἕνα τὸ χελιδόνι


Ἕνα τὸ χελιδόνι - κι ἡ ἄνοιξη ἀκριβή
γιὰ νὰ γυρίσει ὁ ἥλιος - θέλει δουλειὰ πολλή
Θέλει νεκροὶ χιλιάδες - νά 'ναι στοὺς τροχούς
Θέλει κι οἱ ζωντανοί - νὰ δίνουν τὸ αἷμα τους.

Θέ μου Πρωτομάστορα - μ' ἔχτισες μέσα στὰ βουνά
Θέ μου Πρωτομάστορα - μ' ἔκλεισες μὲς στὴ θάλασσα!

Πάρθηκεν ἀπό μάγους - τὸ σῶμα τοῦ Μαγιοῦ
Το 'χουνε θάψει - σ' ἕνα μνῆμα τοῦ πέλαγου
σ' ἕνα βαθὺ πηγάδι - το 'χουνε κλειστό
μύρισε τὸ σκοτάδι - κι ὅλη ἡ ἄβυσσος

Θέ μου Πρωτομάστορα μέσα στὶς πασχαλιὲς καὶ Σύ
Θέ μου Πρωτομάστορα μύρισες τὴν Ἀνάσταση

5. Τὰ θεμέλιά μου


ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στὰ βουνά
καὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοὶ στὸν ὦμο τους
καὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίει
ἄκαυτη βάτος.
Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σε λένε Πίνδο καί σε λένε Ἄθω.
Ταράζεται ὁ καιρός
κι ἀπ' τὰ πόδια τὶς μέρες κρεμάζει
ἀδειάζοντας μὲ πάταγο τὰ οστᾶ τῶν ταπεινωμένων.
Ποιοί, πῶς, πότε ἀνέβηκαν τὴν ἄβυσσο;
Ποιές, ποιῶν, πόσων οἱ στρατιές;
Τ' οὐρανοῦ τὸ πρόσωπο γυρίζει κι οἱ ἐχθροί μου ἔφυγαν μακριά.
Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σε λένε Πίνδο καί σε λένε Ἄθω.
Ἐσύ μόνη ἀπ' τὴ φτέρνα τὸν ἄντρα γνωρίζεις
Ἐσύ μόνη ἀπ' τὴν κόψη τῆς πέτρας μιλᾶς.
Ἐσύ τὴν ὄψη τῶν ἀγίων ὀξύνεις
κι ἐσύ στοῦ νεροῦ τῶν αἰώνων τὴν ἄκρη σύρεις
πασχαλιὰν ἀναστάσιμη !
Ἀγγίζεις τὸ νοῦ μου καὶ πονεῖ τὸ βρέφος τῆς Ἄνοιξης !
Τιμωρεῖς τὸ χέρι μου καὶ στὰ σκότη λευκαίνεται !
Πάντα πάντα περνᾶς τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ φτάσεις τὴ λάμψη.
Πάντα πάντα τὴ λάμψη περνᾶς
γιὰ νὰ φτάσεις τὴ ψηλὰ τὰ βουνὰ τὰ χιονόδοξα.
Ὅμως τί τὰ βουνά; Ποιὸς καὸ τί στὰ βουνά;
Τὰ θεμέλιά μου στὰ βουνά
καὶ τὰ βουνὰ σηκώνουν οἱ λαοὶ στὸν ὦμο τους
καὶ πάνω τους ἡ μνήμη καίει
ἄκαυτη βάτος !

6. Μὲ τὸ λύχνο τοῦ ἄστρου


Μὲ τὸ λύχνο τοῦ ἄστρου - στοὺς οὐρανοὺς ἐβγῆκα
στὸ ἀγιάζι τῶν λειμώνων - στὴ μόνη ἀκτή τοῦ κόσμου
ποὺ νὰ βρῶ τὴν ψυχή μου - τὸ τετράφυλλο δάκρυ!

Τὰ κορίτσια μου πένθος - γιὰ τοὺς αἰώνες ἔχουν
Τ' ἀγόρια μου τουφέκια - κρατοῦν καὶ δὲν κατέχουν
ποὺ νὰ βρῶ τὴν ψυχή μου - το τετράφυλλο δάκρυ!

7. Ἡ μεγάλη Ἔξοδος (Ἀνάγνωσμα Τρίτο)

akr


Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστικὴ τὰ παιδιὰ καὶ λάβανε τὴν ἀπόφαση, ἐπειδὴ τὰ κακὰ μαντάτα πλήθαιναν στὴν πρωτεύουσα, νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μιὰ παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ' ἀνοιχτὶ πουκάμισο, μὲ τὶς μαῦρες τρίχες καὶ τὶ σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου εἶχε κράτος κι ἐξουσία ἡ Ἄνοιξη.

Καὶ ἐπειδὴ σίμωνε ἡ μέρα ποὺ τὸ Γένος εἶχε συνήθειο νὰ γιορτάζει τὸν ἄλλο Σηκωμό, τὴ μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιὰ τὴν Ἔξοδο. Καὶ νωρὶς ἐβγήκανε καταμπροστὰ στὸν ἥλιο, μὲ πάνου ὡς κάτου ἀπλωμένη τὴν ἀφοβιὰ σὰν σημαία, οἱ νέοι μὲ τὰ πρησμένα πόδια ποὺ τους ἔλεγαν ἀλήτες. Καὶ ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, και γυναῖκες, καὶ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια. Ὅπου ἔβλεπες ἄξαφνα στὴν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού 'λεγες εἴχανε περάσει μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Καὶ φορὲς τρεῖς μὲ τὸ μάτι ἀναμετρῶντας τὸ ἔχει τους, λάβανε τὴν ἀπόφαση νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μία πήχη φωτιὰ κάτω ἀπ' τὰ σίδερα, μὲ τὶς μαῦρες κάννες καὶ τὰ δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτὲ δὲν ἔβγαλαν. Καὶ χτυπούσανε ὅπου νά 'ναι, σφαλῶντας τὰ βλέφαρα μὲ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τους κυρίευε. Σὰν νὰ μὴν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ' ὁλάκερη τὴ γῆ γιὰ νὰ περάσει ἡ Ἄνοιξη παρὰ μονάχα αὐτός, καὶ νά τον εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολὺ μακριά, πέρ' ἀπ' τὴν ἄκρη τῆς ἀπελπισίας, τὴ Γαλήνη ποὺ ἔμελλαν νὰ γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, καί οἱ ἄντρες, καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια.

Καὶ περάσανε μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα. Καὶ θερίσανε πλῆθος τὰ θηρία, καὶ ἄλλους ἐμάζωξαν. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐστήσανε στὸν τοῖχο τριάντα.


8. Τῆς δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ


Τῆς δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ- καὶ μυρσίνη σὺ δοξαστική
μὴ παρακαλῶ σας μή - λησμονᾶτε τὴ χῶρα μου!

Ἀετόμορφα ἔχει τὰ ψηλὰ βουνά - στὰ ἡφαίστεια κλήματα σειρά
καὶ τὰ σπίτια πιὸ λευκά - στοῦ γλαυκοῦ τὸ γειτόνεμα!

Τὰ πικρά μου χέρια μὲ τὸν κεραυνό - τα γυρίζω πίσω ἀπ' τὸν καιρό
τοὺς παλιούς μου φίλους καλῶ - μὲ φοβέρες καὶ μ' αἵματα!

9. Ναοὶ στὸ σχῆμα τ'οὐρανοῦ [Μόνο ὀρχηστρικό]


naoi


10. Τῆς ἀγάπης αἵματα


Τῆς ἀγάπης αἵματα - με πορφύρωσαν
καὶ χαρὲς ἀνείδωτες - με σκιάσανε
ὀξειδώθηκα μὲς στὴ νοτιά - τῶν ανθρώπων
μακρινὴ μητέρα - ρόδο μου ἀμάραντο

Στ' ἀνοιχτὰ τοῦ πελάγου - με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες - καὶ μοῦ ρίξανε
ἀμαρτία μου νά 'χα - κι ἐγώ μιὰν ἀγάπη
μακρινὴ μητέρα - ρόδο μου ἀμάραντο

Τὸν Ἰούλιο κάποτε - μισανοίξανε
τὰ μεγάλα μάτια της - μὲς στὰ σπλάχνα μου
τὴν παρθένα ζωὴ μιά - στιγμὴ νὰ φωτίσουν
μακρινὴ μητέρα - ρόδο μου ἀμάραντο

11. Ναοὶ στὸ σχῆμα τ' οὐρανοῦ


Ναοὶ στὸ σχῆμα τοῦ οὐρανοῦ
καὶ κορίτσια ὡραῖα
μὲ τὸ σταφύλι στὰ δόντια ποὺ μας πρέπατε!
Πουλιὰ τὸ βάρος τῆς καρδιᾶς μας ψηλὰ μηδενίζοντας
καὶ πολὺ γαλάζιο ποὺ ἀγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ὁ Ἰούλιος μὲ τὸ φωτεινὸ πουκάμισο
καί ὁ Αὔγουστος ὁ πέτρινος μὲ τὰ μικρά του ἀνώμαλα σκαλιά.
Φύγανε φύγανε
καὶ βαθιὰ κάτω ἀπ'τὸ χῶμα συννέφιασε ἀνεβάζοντας
χαλίκι μαῦρο
καὶ βροντές, ἡ ὀργὴ τῶν νεκρῶν
καὰ ἀργὰ στὸν ἄνεμο τρίζοντας
ἐγυρίσανε πάλι μὲ τὸ στῆθος μπροστά
φοβερὰ τῶν βράχων τ'ἀγάλματα !

12. Προφητικόν (Ἀνάγνωσμα Ἕκτο)

chronous


Χρόνους πολλοὺς μετὰ τὴν Ἀμαρτία ποὺ τὴν εἴπανε Ἀρετὴ μέσα στὶς ἐκκλησίες καὶ την εὐλόγησαν. Λείψανα παλιῶν ἄστρων καὶ γωνιὲς ἀραχνιασμένες τ' οὐρανοῦ σαρώνοντας ἡ καταιγίδα ποὺ θὰ γεννήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τὰ ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτῖσις, θὰ φρίξει. Ταραχὴ θὰ πέσει στὸν Ἅδη, καὶ τὸ σανίδωμα θὰ ὑποχωρήσει ἀπό τὴν πίεση τὴ μεγάλη τοῦ ἥλιου. Ποὺ πρῶτα θὰ κρατήσει τὶς ἀχτίδες του, σημάδι ὅτι καιρὸς νὰ λάβουνε τὰ ὄνειρα ἐκδίκηση. Καὶ μετὰ θὰ μιλήσει, νὰ πεῖ: ἐξόριστε Ποιητή, στὸν αἰώνα σου, λέγε, τί βλέπεις;

- Βλέπω τὰ ἔθνη, ἄλλοτες ἀλαζονικά, παραδομένα στὴ σφῆκα καὶ στὸ ξινόχορτο.

- Βλέπω τὰ πελέκια στὸν ἀέρα σκίζοντας προτομὲς Αὐτοκρατόρων καὶ Στρατηγῶν.

- Βλέπω τοὺς ἐμπόρους νὰ εἰσπράττουν σκύβοντας τὸ κέρδος τῶν δικῶν τους πτωμάτων.

- Βλέπω τὴν ἀλληλουχία τῶν κρυφῶν νοημάτων.

[...]

Λείψανα παλιῶν ἄστρων καὶ γωνιὲς ἀραχνιασμένες τ' οὐρανοῦ σαρώνοντας ἡ καταιγίδα ποὺ θὰ γεννήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ πρίν, ἰδοῦ, θὰ περάσουν γενεὲς τὸ ἀλέτρι τους πάνω στὴ στέρφα γῆς.

Καὶ κρυφὰ θὰ μετρήσουν τὴν ἀνθρώπινη πραμάτεια τους οἱ Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Ὅπου θὰ χορτασθοῦνε ὁ Χωροφύλακας καί ὁ Στρατοδίκης. Ἀφήνοντας τὸ χρυσάφι στοὺς ἀφανεῖς, νὰ εἰσπράξουν αὐτοὶ τὸν μιστὸ τῆς ὕβρης καὶ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ μεγάλα πλοῖα θ' ἀνεβάσουν σημαίες, ἐμβατήρια θὰ πάρουν τοὺς δρόμους, οἱ ἐξώστες νὰ ράνουν μὲ ἄνθη τὸν Νικητή. Ποὺ θὰ ζεῖ στὴν ὀσμή τῶν πτωμάτων. Καὶ τοῦ λάκκου σιμά του τὸ στόμα, τὸ σκοτάδι θ' ἀνοίγει στὰ μέτρα του, κράζοντας: ἐξόριστε Ποιητή, στὸν αἰώνα σου, λέγε, τί βλέπεις;

- Βλέπω τοὺς Στρατοδίκες νὰ καῖνε σὰν κεριά, στὸ μεγάλο τραπέζι τῆς Ἀναστάσεως.

- Βλέπω τοὺς Χωροφυλάκους νὰ προσφέρουν τὸ αἷμα τους, θυσία στην καθαρότητα τῶν οὐρανῶν.

- Βλέπω τὴ διαρκῆ ἐπανάσταση φυτῶν καὶ λουλουδιῶν.

- Βλέπω τὶς κανονιοφόρους τοῦ Ἔρωτα.

Καὶ τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τὰ ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτῖσις, θὰ φρίξει. Ταραχὴ θὰ πέσει στὸν Ἅδη, καὶ τὸ σανίδωμα θὰ ὑποχωρήσει ἀπὸ τὴν πίεση τὴ μεγάλη τοῦ ἥλιου. Ἀλλὰ πρίν, ἰδοῦ, θὰ στενάξουν οἱ νέοι, καὶ τὸ αἷμα τους ἀναίτια θὰ γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θὰ χτυπήσουν τὴν καραβάνα τους πάνω στὰ κάγκελα. Καὶ θὰ ἀδειάσουν ὅλα τὰ ἐργοστάσια, καὶ μετὰ πάλι μὲ τὴν ἐπίταξη θὰ γεμίσουν, γιὰ νὰ βγάλουνε ὄνειρα συντηρημένα σὲ κουτιὰ μυριάδες, καὶ χιλιάδων λογιῶν ἐμφιαλωμένη φύση. Καὶ θὰ 'ρθοῦνε χρόνια χλωμὰ καὶ ἀδύναμα μέσα στὴ γάζα. Καὶ θά 'χει καθένας τὰ λίγα γραμμάρια τῆς εὐτυχίας.

Καὶ θά 'ναι τὰ πράγματα μέσα τοῦ κιόλας ὡραῖα ἐρείπια. Τότε, μὴν ἔχοντας ἄλλη ἐξορία, ποὺ νὰ θρηνήσει ὁ Ποιητής, τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας ἀπό τ' ἀνοιχτὰ στήθη τοῦ ἀδειάζοντας, θὰ γυρίσει γιὰ νὰ σταθεῖ στὰ ὡραία μέσα ἐρείπια. Καὶ τὸν πρῶτο λόγο του ὁ στερνὸς τῶν ἀνθρώπων θὰ πεῖ, ν' ὰψηλώσουν τὰ χόρτα, ἠ γυναῖκα στὸ πλάι του σὰν ἀχτίδα τοῦ ἥλιου νὰ βγεῖ. Καὶ πάλι θὰ λατρέψει τὴ γυναῖκα καὶ θά την πλαγιάσει πάνου στὰ χόρτα καθὼς ποὺ ἐτάχθη. Καὶ θὰ λάβουνε τα ὄνειρα ἐκδίκηση, καὶ θὰ σπείρουνε γενεὲς στοὺς αἰώνες τῶν αἰώνων!


13. Ἀνοίγω τὸ στόμα μου


Ἀνοίγω τὸ στόμα μου κι ἀναγαλλιάζει τὸ πέλαγος
καὶ παίρνει τὰ λόγια μου στὶς σκοτεινές του τὶς σπηλιές
καὶ στὶς φώκιες τὶς μικρὲς τὰ ψιθυρίζει
τὶς νύχτες ποὺ κλαῖν τῶν ἀνθρώπων τὰ βάσανα.

Χαράζω τὶς φλέβες μου καὶ κοκκινίζουν τὰ ὄνειρα
καὶ τσέρκουλα γίνονται στὶς γειτονιὲς τῶν παιδιῶν
καὶ σεντόνια στὶς κοπέλες ποὺ ἀγρυπνοῦνε
κρυφὰ γιὰ ν' ἀκοῦν τῶν ἐρώτων τὰ θαύματα.

14. Σὲ χώρα μακρινὴ καὶ ἀρυτιδώτη


ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινὴ καὶ ἀρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ἀκολουθοῦν κορίτσια κυανά
κι ἀλογάκια πέτρινα
μὲ τὸν τροχίσκο τοῦ ἥλιου στὸ πλατὺ μέτωπο.
Γενεὲς μυρτιάς μ' ἀναγνωρίζουν
ἀπό τότε ποὺ ἔτρεμα στὸ τέμπλο τοῦ νεροῦ,
ἄγιος, ἄγιος, φωνάζοντας.
Ὁ νικήσαντας τὸν Ἅδη καὶ τὸν Ἔρωτα σώσαντας,
αὐτός ὁ Πρίγκιπας τῶν Κρίνων εἶναι.
Κι ἀπό κεῖνες πάλι τὶς πνοὲς τῆς Κρήτης,
μιὰ στιγμὴ ζωγραφιζόμουν.
Γιὰ νὰ λάβει ὁ κρόκος ἀπό τοὺς αἰθέρες δίκαιο.
Στὸν ἀσβέστη τώρα τοὺς ἀληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι ἐμπιστεύομαι.
Μακάριοι, λέγω, οἱ δυνατοὶ ποὺ ἀποκρυπτογραφοῦνε τὸ Ἄσπιλο.
Γι' αὐτῶν τὰ δόντια ἡ ρόγα ποὺ μεθᾶ,
στῶν ἡφαιστείων τὸ στῆθος καὶ στὸ κλῆμα τῶν παρθένων.
Ἰδοῦ ἂς ἀκολουθήσουνε τὰ βήματά μου!
Σὲ χώρα μακρινὴ καὶ ἀρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα τὸ χέρι τοῦ Θανάτου
αὐτό χαρίζει τὴ Ζωή
καὶ ὁ ὕπνος δὲν ὑπάρχει.
Xτυπᾶ ἡ καμπάνα τοῦ μεσημεριοῦ
κι ἀργὰ στὶς πέτρες τὶς πυρρὲς χαράζονται τὰ γράμματα:
ΝΥΝ καὶ ΑΙΕΝ καὶ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αἰὲν αἰέν καὶ νῦν καὶ νῦν τὰ πουλιὰ κελαηδοῦν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ τίμημα.

15. Τὸ Ἄξιόν Ἐστί – Δοξαστικόν


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ φῶς καί ἡ πρώτη
χαραγμένη στὴν πέτρα εὐχή τοὺ ἀνθρώπου
ἡ αλκὴ μὲς στὸ ζῶο ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἥλιο
τὸ φυτὸ ποὺ κελάηδησε καὶ βγῆκε ἡ μέρα

Ἡ στεριὰ ποὺ βουτᾶ καὶ ὑψώνει αὐχένα
ἕνα λίθινο ἄλογο ποὺ ἱππεύει ὁ πόντος
οἱ μικρὲς κυανὲς φωνὲς μυριάδες
ἡ μεγάλη λευκὴ κεφαλὴ Ποσειδῶνος

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ ποὺ ἱερουργοῦνε
ποῦ σηκώνουν τὸ πέλαγος σὰ Θεοτόκο
ποὺ φυσοῦν καὶ ἀνάβουνε τὰ πορτοκάλια
ποὺ σφυρίζουν στὰ ὄρη κι ἔρχονται

Οἱ ἀγένειοι δόκιμοι τῆς τρικυμίας
οἱ δρομεῖς ποὺ διάνυσαν τὰ οὐράνια μίλια
οἱ Ερμήδες μὲ τὸ μυτερὸ σκιάδι
καὶ τοῦ μαύρου καπνοῦ τὸ κηρύκειο

Ο Μαΐστρος, ὁ Λεβάντες, ὁ Γαρμπής
ὁ Πουνέντες, ο Γραῖγος, ὁ Σιρόκος
ἡ Τραμουντάνα, ἡ Ὄστρια


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ ξύλινο τραπέζι
τὸ κρασὶ τὸ ξανθὸ μὲ τὴν κηλίδα τοῦ ἥλιου
τοῦ νεροῦ τὰ παιχνίδια στὸ ταβάνι
στὴ γωνιὰ τὸ φυλλόδεντρο ποὺ ἐφημερεύει

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μιὰ πατοῦσα ποὺ σύναξε σοφία στὴν ἄμμο
ἕνας τζίτζικας ποὺ ἔπεισε χιλιάδες ἄλλους
ἡ συνείδηση πάμφωτη σὰν καλοκαίρι.

ΤΑ ΝΗΣΙΑ μὲ τὸ μίνιο καὶ μὲ τὸ φοῦμο
τὰ νησιὰ μὲ τὸ σπόνδυλο καποιανοῦ Δία
τὰ νησιὰ μὲ τοὺς ἔρημους ταρσανάδες
τὰ νησιὰ μὲ τὰ πόσιμα γαλάζια ἡφαίστεια

Στὸ μελτέμι τα ὀρτσάροντας μὲ κόντρα-φλόκο
Στὸ γαρμπὴ τ' ἀρμενίζοντας πόντζα-λαμπάντα
ἕως ὅλο τὸ μάκρος τους τ' ἀφρισμένα
μὲ λιτρίδια μαβιὰ καὶ μὲ ἡλιοτρόπια

Ἡ Σίφνος, ἡ Αμοργός, ἡ Αλόννησος
ἡ Θάσος, ἡ Ἰθάκη, ἡ Σαντορίνη
ἡ Κῶς, ἡ Ἴος, ἡ Σίκινος


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στὸ πέτρινο πεζούλι
ἀντίκρυ τοῦ πελάγους ἡ Μυρτὼ νὰ στέκει
σὰν ὡραῖο ὀκτὼ ἢ σὰν κανάτι
μὲ τὴν ψάθα τοῦ ἥλιου στὸ ἕνα χέρι

Τὸ πορώδες καὶ ἄσπρο μεσημέρι
ἕνα πούπουλο ὕπνου ποὺ ἀνεβαίνει
τὸ σβησμένο χρυσάφι μὲς στοὺς πυλώνες
καὶ τὸ κόκκινο ἄλογο ποὺ δραπετεύει

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ἑορτάζοντας τὴ μνήμη
τῶν Ἀγίων Κηρύκου καὶ Ιουλίτης
ἕνα θαῦμα νὰ καίει στοὺς οὐρανοὺς τ' ἀλώνια
ἱερεῖς καὶ πουλιὰ νὰ τραγουδοῦν τὸ χαῖρε :

ΧΑΙΡΕ ἡ Καιομένη καὶ χαῖρε ἡ Χλωρή
Χαῖρε ἡ Ἀμεταμέλητη μὲ τὸ πρωραῖο σπαθί

Χαῖρε ἡ ποὺ πατεῖς καὶ τὰ σημάδια σβήνονται
Χαῖρε ἡ ποὺ ξυπνᾶς καὶ τὰ θαύματα γίνονται

Χαῖρε τοῦ παραδείσου τῶν βυθῶν ἡ Ἀγρία
Χαῖρε τῆς ἐρημίας τῶν νήσων ἡ Ἀγία

Χαῖρε ἡ Ὀνειροτόκος χαῖρε ἡ Πελαγινή
Χαῖρε ἡ Ἀγκυροφόρος καί ἡ Πενταστέρινη

Χαῖρε μὲ τὰ λυτὰ μαλλιά ἡ χρυσίζοντας τὸν ἄνεμο
Χαῖρε μὲ τὴν ὡραῖα λαλιά ἡ δαμάζοντας τὸν δαίμονα

Χαῖρε ποὺ καταρτίζεις τὰ Μηναία τῶν κήπων
Χαῖρε ποὺ ἁρμόζεις τὴ ζώνη τοῦ Ὀφιούχου

Χαῖρε ἡ ἀκριβοσπάθιστη καὶ σεμνή
Χαῖρε ἡ προφητικιὰ καὶ δαιδαλική

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ χῶμα ποὺ ἀνεβάζει
μιὰν ὀσμὴ κεραυνοῦ σὰν ἀπὸ θειάφι
τοῦ βουνοῦ ὁ πυθμένας ὅπου θάλλουν
οἱ νεκροὶ ἄνθη τῆς αὔριον

Μιᾶς νυχτὸς Ἰουνίου ἡ νηνεμία
γιασεμιὰ καὶ φουστάνια στὸ περιβόλι
τὸ ζωάκι τῶν ἄστρων ποὺ ἀνεβαίνει
τῆς χαρᾶς ἡ στιγμὴ λίγο πρὶν κλάψει

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ἡ πόα τῆς οὐτοπίας
τὰ κορίτσια οἱ παραπλανημένες Πλειάδες
τὰ κορίτσια τ' Ἀγγεία τῶν Μυστηρίων
τὰ γεμάτα ὡς πάνω καὶ τ' ἀπύθμενα

Τὰ στυφὰ στὸ σκοτάδι καὶ ὅμως θαῦμα
τὰ γραμμένα στὸ φῶς καὶ ὅμως μαυρίλα
τὰ στραμμένα ἐπάνω τοὺς ὅπως οἱ φάροι
τὰ ἡλιοβόρα καὶ τὰ σεληνοβάμονα

Ἡ Ἔρση, ἡ Μυρτώ, ἡ Μαρίνα
ἡ Ἐλένη, ἡ Ρωξάνη, ἡ Φωτεινή
ἡ Ἄννα, ἡ Ἀλέξανδρα, ἡ Κύνθια


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ ἀναίτιο δάκρυ
ἀνατέλλοντας ἀργὰ στὰ ὡραῖα μάτια
τῶν παιδιῶν ποὺ κρατιοῦνται χέρι-χέρι
τῶν παιδιῶν ποὺ κοιτάζονται καὶ δὲ μιλιοῦνται
Τῶν ἐρώτων τὸ τραύλισμα πάνω στὰ βράχια
ἕνας φάρος ποὺ ἐκτόνωσεν αἰώνων θλίψη
τὸ τριζόνι τὸ ἐπίμονο καθώς ἡ τύψη
καὶ τὸ μάλλινο ἔρημο μέσα στ' ἀγιάζι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ χέρι ποὺ ἐπιστρέφει
ἀπὸ φόνο φριχτὸν καὶ τώρα ξέρει
ποιὸς ἀλήθεια ὁ κόσμος ποὺ ὑπερέχει
ποιὸ τὸ "νῦν" καὶ ποιὸ τὸ "αἰὲν" τοῦ κόσμου :

ΝΥΝ το ἀγρίμι τῆς μυρτιᾶς Νῦν ἡ κραυγὴ τοῦ Μάη
ΑΙΕΝ ἡ ἄκρα συνείδηση Αἰέν ἡ πλησιφάη

Νῦν νῦν ἡ παραίσθηση καὶ τοῦ ὕπνου ἡ μιμική
Αἰὲν αἰέν ὁ λόγος καὶ Τρόπις ἡ ἀστρική

Νῦν τῶν λεπιδόπτερων τὸ νέφος τὸ κινούμενο
Αἰὲν τῶν μυστηρίων τὸ φῶς τὸ περιιπτάμενο

Νῦν τὸ περίβλημα τῆς Γῆς καί ἡ Ἐξουσία
Αἰέν ἡ βρώση τῆς Ψυχῆς καί ἡ Πεμπτουσία

Νῦν τῆς Σελήνης τὸ μελάγχρωμα τὸ ἀνίατο
Αἰὲν τὸ χρυσοκύανο τοῦ Γαλαξία σελάγισμα

Νῦν τῶν λαῶν τὸ ἀμάλγαμα καί ὁ μαῦρος Ἀριθμός
Αἰὲν τῆς Δίκης τὸ ἄγαλμα καί ὁ Μέγας Ὀφθαλμός

Νῦν ἡ ταπείνωση τῶν Θεῶν
Νῦν ἡ σποδὸς τοῦ Ἀνθρώπου

Νῦν Νῦν τὸ μηδέν

καὶ ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !


Pagina principale CCG

Segnalate eventuali errori nei testi o nei commenti a antiwarsongs@gmail.com




hosted by inventati.org